Αντιδράσεις για τις 22 αλλαγές στα πανεπιστήμια

Αννα Ανδριτσάκη

  • A-
  • A+

Καθηγητές και σύλλογοι ΔΕΠ εκφράζουν διαφωνίες για τα περισσότερα σημεία της επιστολής Κεραμέως: για το ν+2 στα χρόνια αποφοίτησης, για την κατάργηση διοικητικών οργάνων, για τη σύνδεση αξιολόγησης με χρηματοδότηση, για την ενίσχυση της «αυτονομίας», για την ελάχιστη βάση εισαγωγής κ.ά.

Αντιδράσεις στις επικείμενες σαρωτικές παρεμβάσεις στη διοίκηση και λειτουργία των ελληνικών ΑΕΙ έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται στο εσωτερικό των Ιδρυμάτων. Αν και είναι ελάχιστες οι επίσημες απαντήσεις στην ανοιχτή επιστολή της υπουργού Παιδείας με τα 22 σημεία, η καχυποψία για τη σκοπιμότητα και η κριτική για την αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων μέτρων χαρακτηρίζουν έντονα τόσο τον διάλογο που αναπτύσσεται στο εσωτερικό αρκετών Πανεπιστημίων όσο και τα κείμενα που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, κυρίως από καθηγητές και συλλόγους μελών ΔΕΠ.

Από το ανεφάρμοστο ανώτατο όριο σπουδών ν+2 και την αποσπασματική καθιέρωση βάσης εισαγωγής στα ΑΕΙ μέχρι τη σύνδεση της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση και την οικονομική αυτονομία των πανεπιστημίων «σε περίοδο κρίσης», η κριτική είναι σαφής από αρκετούς πανεπιστημιακούς δασκάλους.

Οι διοικήσεις, αντιθέτως, αποφεύγουν να πάρουν θέση. Είτε υπέρ είτε κατά είτε με διάθεση κριτικού διαλόγου. Στην έκτακτη Σύνοδο, το Σάββατο 28/9, αναμένεται με ενδιαφέρον η θέση στις υπουργικές προτάσεις. Αν, φυσικά, υποτεθεί πως πρόκειται για προτάσεις και όχι αποφάσεις εν αναμονή.

Πρυτάνεις μεγάλων Ιδρυμάτων με τους οποίους επικοινωνήσαμε απέφυγαν να πάρουν θέση, παραπέμποντας στη Σύνοδο, ενώ άλλοι εξέφρασαν ανεπισήμως –επικαλούμενοι επίσης την επικείμενη Σύνοδο– τις ενστάσεις τους για ορισμένα σημεία. Μεταξύ αυτών, η σύνδεση της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση, τα Συμβούλια Ιδρύματος και η ουσία της προωθούμενης «αυτονομίας» προβληματίζουν… Από την άλλη, η διάθεση της υπουργού για μείωση εισακτέων έχει καθησυχάσει αρκετές διοικήσεις, οι οποίες κρατούν χαμηλό προφίλ.

Ο Σύλλογος των μελών ΔΕΠ του Παντείου Πανεπιστημίου μόλις έστειλε την απάντησή του στην επιστολή της υπουργού Παιδείας. Η κριτική σαρωτική. Σημείο προς σημείο. Την ίδια στιγμή, αντιδράσεις έχουν αρχίσει να καταγράφονται και στους εσωτερικούς διαλόγους καθηγητών είτε για ορισμένα από τα 22 σημεία είτε για όλα.

Για παράδειγμα, το ανώτατο όριο του ν+2. Εκτός πραγματικότητας, λένε οι περισσότεροι. Το έλεγαν μέχρι τώρα οι φοιτητές, το αναγνωρίζουν και οι ίδιοι οι καθηγητές.

Βασιζόμενοι σε αναλύσεις στοιχείων, επισημαίνουν πως το μέτρο είναι αντίθετο στην πραγματικότητα καθώς ο μέσος χρόνος ολοκλήρωσης των σπουδών σε πολλά τμήματα είναι μεγαλύτερος του ν+2. Κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί υπόψη, μαζί με την απαραίτητη πρόβλεψη για τη δυνατότητα θεσμικής ευελιξίας των ίδιων των ΑΕΙ, τα οποία μπορούν να θέτουν τους όρους τους για τη συνέχιση των σπουδών μετά το ν+2.

Επισημαίνουν, βέβαια, πως πρέπει να υπάρχουν συνέπειες, αλλά σίγουρα όχι διαγραφή. Γίνεται, μάλιστα, και αυτοκριτική. Δεν μπορεί να φταίνε μόνον οι φοιτητές, λένε ορισμένοι δάσκαλοι. Γι’ αυτό και προτείνουν αναμόρφωση προγραμμάτων σπουδών και διαφορετική διάρθρωση και λειτουργία τμημάτων (με φρένα στα έτη και από νωρίς, ώστε να μη φτάνουν φορτωμένοι οι φοιτητές στο τέλος).

Αδικο μέτρο

Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί καθηγητές λένε πως, αν εφαρμοστεί αυτό το μέτρο, από πολλά τμήματα θα μπορεί να αποφοιτά μόνο το 50% των εισακτέων. Αλλοι δηλώνουν πολύ ρεαλιστικά πως έναν φοιτητή που έχει φάει έξι χρόνια σε μια σχολή και έχει περάσει 47 μαθήματα δεν μπορείς να τον διώξεις επειδή απέτυχε και δεν πρόλαβε να περάσει το 48ο εντός χρονικού ορίου. Πάντως, αξίζει να υπενθυμίσουμε πως επί νόμου Διαμαντοπούλου οι διοικήσεις, εν τέλει, έκαναν αυτό που θεώρησαν σώφρον, δίκαιο, σωστό και στο πλαίσιο του αυτοδιοίκητου.

Σε ό,τι αφορά τις επίσημες και φανερές αντιδράσεις, η πρώτη αφορμή ήταν η κατάργηση του ασύλου με πρωτοβουλία του ίδιου του πρωθυπουργού. Τώρα όλα γίνονται στο πλαίσιο του διαλόγου για τα 22 σημεία της κ. Κεραμέως. Ας δούμε μερικά από τα σημεία της σκληρής κριτικής του Συλλόγου μελών ΔΕΠ του Παντείου:

● Για τα περί ενίσχυσης της «αυτονομίας», την οποία επιζητεί η υπουργός, οι καθηγητές του Ιδρύματος θεωρούν πως εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας, καθώς στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος γίνεται αναφορά στην «αυτοδιοίκηση» των Ιδρυμάτων και όχι στην «αυτονομία».

Συνεπώς, όπως επισημαίνουν, «αυτό που υπονοείται είναι να αυτονομηθούν οικονομικά από την πολιτεία. Μια τέτοια αυτονόμηση προοδευτικά θα αφορά και την υποχρέωση της πολιτείας να πληρώνει τους μισθούς ΔΕΠ και εργαζομένων και να προκηρύσσει θέσεις εργασίας. Δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας, συμβαίνει στο Ηνωμένο Βασίλειο».

● Για τις αλλαγές στη διοίκηση (Συμβούλια, καταργήσεις οργάνων κ.ά.): Η θεσμοθέτηση νέων οργάνων διοίκησης στα πανεπιστήμια είναι περιττή. Θα αυξήσει τη γραφειοκρατία στη λήψη αποφάσεων και θα κάνει αναποτελεσματική και αντιδημοκρατική τη διοίκηση των πανεπιστημίων. Προς την κατεύθυνση της ενδυνάμωσης της «πλήρους αυτοδιοίκησης» των πανεπιστημίων αρκεί να μεταφερθούν διοικητικές αρμοδιότητες της κεντρικής διοίκησης του υπουργείου προς τα υφιστάμενα όργανα διοίκησης των Ιδρυμάτων (στο πλαίσιο αναμόρφωσης των Οργανισμών τους).

Κυρίως, όμως, για την εύρυθμη λειτουργία των ΑΕΙ απαιτείται η πρόσληψη του μόνιμου αναγκαίου προσωπικού (διοικητικών εργαζομένων και ΔΕΠ), ώστε να σταματήσει η στελεχική και οικονομική τους αποψίλωση που οδηγεί σε καθημερινά προβλήματα και δυσλειτουργίες (εργολαβικοί εργαζόμενοι).

● Για τη σύνδεση αξιολόγησης με χρηματοδότηση: Η πρόθεση της κυβέρνησης να συνδέσει τμήμα της κρατικής χρηματοδότησης των ΑΕΙ με την αξιολόγηση οδηγεί στην περαιτέρω μείωση της κρατικής χρηματοδότησης, υπονομεύει τη λειτουργία τους σε μια περίοδο που η υφιστάμενη χρηματοδότηση δεν καλύπτει επαρκώς ούτε τις λειτουργικές ανάγκες των πανεπιστημίων.

● Για την ελάχιστη βάση εισαγωγής στα ΑΕΙ: Η καθιέρωση ελάχιστης βάσης εισαγωγής στα ΑΕΙ και η πρόθεση θεσμοθέτησης «ανώτερης» από αυτήν βάσης σε ορισμένα τμήματα ΑΕΙ θα μεγαλώσει τις υφιστάμενες ανισότητες πρόσβασης στα πανεπιστήμια, θα θεσμοθετήσει ειδικά τμήματα «ελίτ» στα ελληνικά πανεπιστήμια, θα εκτινάξει το ήδη υψηλό κόστος επιβάρυνσης της ελληνικής οικογένειας σε φροντιστήρια και θα τροφοδοτήσει με πολυάριθμη «πελατεία» τα αμφίβολης ποιότητας ιδιωτικά κολέγια, για τα οποία δεν προβλέπεται καμία βάση εισαγωγής, ούτε υπόκεινται σε αξιολόγηση ή «πιστοποίηση ποιότητας» με βάση τα ίδια κριτήρια με αυτά των δημόσιων ΑΕΙ. (…) Σε περίοδο κρίσης, δεν είναι η στιγμή να αποκλειστεί μια μεγάλη μερίδα των νέων παιδιών από την πρόσβαση στην επιστημονική γνώση.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το