Την καλιεργημένη, άλαλη εκ γενετής Ελάιζα, που ζει στη Βαλτιμόρη των αρχών της 10ετίας του ’60, εργαζόμενη ως καθαρίστρια σε περιφρουρημένες εγκαταστάσεις της NASA, κεντρίζει η εν κρυπτώ άφιξη ενός αμφίβιου “τέρατος” από τον Αμαζόνιο, το οποίο οι επικεφαλής της αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής προορίζουν για πειραματόζωο στο βωμό του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού, θυσιάζοντας χωρίς δεύτερη σκέψη την ακεραιότητά του.

Καθώς η Ελάιζα συνδέεται μυστικά μαζί του, επιστρατεύει όλες τις δυνάμεις της προκειμένου ν’ αποτρέψει τ’ απειλητικά για τη ζωή του σχέδια, εμπλέκοντας στην επιχείρηση διάσωσης τον εξηντάρη μονόχνωτο γείτονά της Τζιλ, ενώ στο πλάι της θα σταθούν η Αφροαμερικανίδα συνάδελφός της Ζέλντα, κι ένας σοβιετικός ερευνητής, που αντιλαμβάνεται λίγο διαφορετικά την έννοια του επιστημονικού καθήκοντος.

Η αμερικάνικη κινηματογραφική βιομηχανία, το Χόλυγουντ μ’ άλλα λόγια, καταφέρνει να διατηρεί σε ικανοποιητικό ύψος τις πωλήσεις, ακόμα και να τις αυξάνει περιοδικά, εφευρίσκοντας κάθε τόσο καινοφανείς συνταγές, κι ανανεώνοντας σταθερά το δυναμικό του: τα ηνία εδώ και χρόνια παίρνουν πια νεαροί σκηνοθέτες – απόφοιτοι πανεπιστημιακών κινηματογραφικών σχολών, με φρέσκο βλέμμα και μπόλικες ιδέες, που ξέρουν καλά από τεχνική, αλλά και τι πράγμα είναι η αφήγηση κι ο ρυθμός, και που εξωραΐζουν κάθε τόσο την ταινία δράσης για όλη την οικογένεια, μπολιάζοντάς την με χιούμορ, έξυπνους διαλόγους κι αντιμιλιταριστικές αιχμές, κατά πως απαιτούν οι καιροί.

Οι νέες ας πούμε σειρές ταινιών της MARVEL, παίρνουν αποστάσεις από την απλοϊκή, σχηματική φόρμα που λανσάρισε ο “βαρύς” Αμερικανός – και γνωστός για τις αντικομουνιστικές του αντιλήψεις Μάικλ Μπέι των TRANS­FORMERS, μένοντας ωστόσο σταθερά προσανατολισμένες στην αντίθεση σουπερήρωα – κακού τέρατος (με την εξαίρεση των αντισυμβατικών X-MEN του Μπράιαν Σίνγκερ), δεδομένου ότι τίποτα δεν πουλάει περισσότερο από τα κακά τέρατα, στο βαθμό που αντιστοιχίζονται με τον παντοδύναμο Αμερικανό ήρωα που θα τα εξολοθρεύσει στο παρά πέντε. Αυτή βέβαια, δεν είναι παρά μία μόνο από τις συμβάσεις που ουδείς στο ευρύτερο χολιγουντιανό περιβάλλον νομιμοποιείται ν’ αμφισβητήσει. Μια άλλη είναι αυτή του φαύλου σοβιετικού ή Ρώσου – σχεδόν πάντα σε ρόλο σκοτεινού πράκτορα, τον οποίο καλούνται να περιποιηθούν κατάλληλα οι “δικοί μας” γενναίοι Αμερικανοί, και μια παραλλαγή της, αυτή που θέλει όλους τους μελαμψούς να είναι εν δυνάμει τρομοκράτες, τους οποίους επίσης περιμένει τέλος οικτρό, και πάει λέγοντας. Όλα ετούτα τα (αντιδραστικά) στερεότυπα, ανεξαρτήτως του πόσο παραλλαγμένα σερβίρονται, δεν υπηρετούν ευνόητα την τέχνη του κινηματογράφου, αλλά την κατασκευή ως εμπορικό προϊόν κι άλλο τόσο τη συστημική προπαγάνδα• στη βάση αυτή οι επικεφαλής τεχνίτες, όσο προικισμένοι ή ευρηματικοί κι αν είναι, δεν λέγονται (και δεν είναι) δημιουργοί.

Ο Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου και ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο (δημιουργός της αριστουργηματικής αλληγορίας για τον ισπανικό εμφύλιο “Ο λαβύρινθος του Πάνα”), οι δυο Μεξικανοί σκηνοθέτες που σαρώνουν τα τελευταία χρόνια τα βραβεία στα ευρωπαϊκά φεστιβάλ κινηματογράφου, στις Κάννες και τη Βενετία, αλλά παραδόξως και τα Όσκαρ, ανατρέποντας όλες σχεδόν τις καθιερωμένες συμβάσεις, δεν συμπεριλαμβάνονται στην κατηγορία των επιτήδειων κατασκευαστών. “Από τα παιδικά μου χρόνια ήμουν πιστός στα τέρατα. Μ’ έχουν σώσει και μου έχουν δώσει άφεση αμαρτιών, γιατί πιστεύω ότι τα τέρατα είναι οι προστάτες άγιοι της ευλογημένης μας ατέλειας, επιτρέποντας και ενσαρκώνοντας την πιθανότητα ν’ αποτυγχάνεις και να ζεις”, δήλωσε μεταξύ άλλων ο Ντελ Τόρο τον περασμένο Ιανουάριο, μετά την απονομή της Χρυσής Σφαίρας σκηνοθεσίας, ενώ είχε ήδη βραβευτεί με τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία. Ακολούθησαν τα Όσκαρ σκηνοθεσίας και καλύτερης ταινίας – όλα για τη “Μορφή του νερού”: μια ταινία όπου ο σκοταδισμός και η κτηνωδία παίρνουν τη μορφή του (καλοφτιαγμένου κι αψηλού) Αμερικανού αξιωματούχου Στρίκλαντ, ο δε σοβιετικός πράκτορας, Ντμίτρι – Ρόμπερτ Χοφστάτλερ (σε προβληματική σχέση με το χρουστσωφικό καθεστώς) αποδεικνύεται καλός καγαθός, θέτοντας τη συνείδησή του πάνω απ’ το τομάρι του. Το ανθρωπόμορφο αμφίβιο τέρας, που καταβροχθίζει δοθείσης ευκαιρίας οικόσιτες γάτες, εναγκαλίζεται το ανθρώπινο πνεύμα αφού έχει προηγουμένως γευτεί τη χαρά του σωματικού έρωτα (το σώμα γίνεται οδηγός της ζωής), γινόμενο σωτήρας κι εκδικητής, και η μουγκή, ασχημούλα Ελάιζα, σαγηνεύει το σύμπαν με τη γήινη, σαρωτική υπόστασή της (απ’ όπου πηγάζει η ανθρωπιά αλλά κι η ατρομησιά της). Ο έρωτας εδώ, και τελικά η ζωή στην πληρότητά της, όπως ακριβώς στην πραγματικότητα, δεν είναι ονειροφαντασίες κι αφηρημένα σχήματα, αλλά σώμα – δηλ. ζώσα ύλη, και πράξη. Και το πνεύμα φωλιάζει στο σώμα – όχι το αντίθετο.

Δεν είναι όμως γι αυτούς μόνο τους λόγους, σημαντική τούτη η ταινία. Κοντά στ’ άλλα, δείχνει (μ’ ομιλούσα εικόνα και λίγα λόγια) πως η σχέση εποικοδομήματος – βάσης είναι άρρηκτη και διαρκής. Ο ποτισμένος από μίσος για τους σοβιετικούς και τους μαύρους – μ’ άλλα λόγια από μίσος για την ανθρώπινη ουσία – Στρίκλαντ, μεταφέρει στο στενό οικογενειακό του περίγυρο, σε κάθε πράξη κι έκφρασή του, όλη την παθογένεια και την ανισότητα που κυριαρχούν στο εσωτερικό του συστήματος το οποίο υπηρετεί. Κι η “αγία αμερικανική οικογένεια” αποκαθηλώνεται χωρίς υπότιτλους. Τόσο ο Στρίκλαντ όσο κι ο προϊστάμενός του στρατηγός Χόιτ, αντιλαμβάνονται τη ζωή ως σχέση κυρίαρχου – κυριαρχούμενου, ζώντας – σε διαρκή ανισορροπία – ακρωτηριασμένες ζωές. (Έξοχη η αλληγορία με τα γαγγραινιασμένα δάχτυλα).

Αν σ’ αυτά όλα, προσθέσουμε την εξαίσια μουσική του (ελληνικής καταγωγής) Αλεξάντρ Ντεσπλά, τις σινεφίλ αναφορές, τις ονειρικές εικόνες με τις δεσπόζουσες αποχρώσεις του γαλαζοπράσινου, τις ποιητικές αποστροφές, την καλοζυγισμένη κλιμάκωση, την αληθοφάνεια των διαλόγων και τη ζωντάνια των χαρακτήρων, τους χτισμένους πόντο-πόντο δεύτερους ρόλους (εξαιρετικοί οι Μάικλ Σάννον, Ρίτσαρντ Τζένκινς, Οκτάβια Σπένσερ κι ο Ελληνοκαναδός Τζων Καπέλος), και την ανατριχιαστική ερμηνεία της Βρετανίδας “Σάλλυ – το θαύμα – Χώκινς”, όπως δίκαια της αποδόθηκε από τον Ντελ Τόρο στην απονομή των βραβείων BAFTA, όπου η κάθε κίνηση, βλέμμα ή χειρονομία της είναι κόσμος ολόκληρος, έχουμε μια θαρραλέα, άκρως συγκινητική, βαρύνουσα δημιουργική κατάθεση, από κείνες που σπανίζουν σήμερα.

Κάνοντας ένα βήμα παραπέρα από τον “Λαβύρινθο του Πάνα”, που ναι, είναι μεγάλη ταινία – απρόσιτη ωστόσο στους πολλούς, ο αστείρευτος Ντελ Τόρο, αποδεικνύει πως ένας ασυμβίβαστος δημιουργός μπορεί να κάνει λαϊκό κινηματογράφο με μεγάλο εκτόπισμα: ερμηνεύοντας απ’ τη μια την ανθρώπινη πραγματικότητα με υλιστικούς όρους, εισάγοντας απ’ την άλλη στην αφήγηση κάποια από τ’ αρχέτυπα του παραμυθιού – τα οποία δεν διστάζει ν’ αναποδογυρίσει, φωτίζοντας την απελευθερωτική διάσταση της αγάπης (ως δυναμικής κατ’ αρχήν κατάστασης αντί της παθητικής ρομάντζας), και τη ζωή ως μάχη που κερδίζεται μόνο όταν δίνεται ανυποχώρητα, κάνοντας με μια κουβέντα σινεμά με όραμα, ο 53χρονος μεξικανός λάτρης των τεράτων, περνάει με το σπαθί του στο πάνθεον των μεγάλων σκηνοθετών, αφήνοντας τους ομότεχνούς του βορειοαμερικανούς της γενιάς του έτη φωτός πίσω.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το