Στις 27 Απριλίου 1941 τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Αθήνα, σημαίνοντας την αρχή μιας σκληρής κατοχής που κράτησε 3,5 χρόνια και προκάλεσε τον μεγάλο λιμό, που σε Αθήνα και Πειραιά άφησε πίσω τουλάχιστον 40.000 νεκρούς.

Πριν ακόμη ξεκινήσουν ο ελληνοϊταλικός και ο ελληνογερμανικός πόλεμος, οι Αθηναίοι βρίσκονταν περίπου 20% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε πρόσληψη ημερήσιων θερμίδων. Με την κατάκτηση της πόλης, οι Γερμανοί προχωρούν στην επιστράτευση όλων των διαθέσιμων τροφίμων, προκειμένου να διατεθούν για τις ανάγκες του στρατού τους ανά την Ευρώπη, δίχως καμία μέριμνα για την επιβίωση του τοπικού πληθυσμού.

Γερμανοί στρατιώτες σε ελληνικό κατάστημα. [Bundesarchiv, Bild 101I-163-0318-31/Bauer/CC-BY-SA 3.0]

Ταυτόχρονα, οι εισαγωγές παγώνουν. Οι επιπτώσεις είναι σημαντικές, καθώς πριν από την εμπλοκή της Ελλάδας στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1938, η χώρα κάλυπτε με εισαγωγές το 38% των αναγκών της σε σιτάρι, το 26% των αναγκών της σε όσπρια και το 21% των αναγκών της σε κρέας. Τα τρόφιμα προοδευτικά εξαφανίζονται από την αγορά, οι μαυραγορίτες εντείνουν τη δραστηριότητά τους.

Κι έτσι, από την έναρξη της Κατοχής της Αθήνας (27 Απριλίου 1941) έως και την απελευθέρωση της πρωτεύουσας τρεισήμισι χρόνια αργότερα (12 Οκτωβρίου 1944), οι κάτοικοί της βιώνουν 1.264 δύσκολες ημέρες, κατά τις οποίες βλέπουν την πείνα να εισβάλλει στην καθημερινότητά τους.

Η τριπλή κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα (1941-1944). Με κόκκινο οι περιοχές που βρέθηκαν υπό γερμανική κατοχή, με μπλε υπό ιταλική και με πράσινο υπό βουλγαρική κατοχή. [Cplakidas/Wikimedia Commons]
«Πρακτικαί συμβουλαί διατροφής»

«Εκείνη την περίοδο οι εφημερίδες προσπαθούσαν να δώσουν στους Αθηναίους διεξόδους μέσα από ορισμένες συμβουλές, προκειμένου να μπορέσουν να επιβιώσουν με τα ελάχιστα τρόφιμα που είχαν», λέει στο inside story η ιστορικός Ελένη Νικολαΐδου. «Αυτές οι συμβουλές αποτύπωναν και το πώς ζούσαν τότε οι άνθρωποι».

Μελετώντας σελίδα-σελίδα τρεις καθημερινές εφημερίδες της εποχής (Αθηναϊκά Νέα, Καθημερινή, Βραδυνή) και αποδελτιώνοντας άρθρα από συνολικά 6.000 φύλλα, η κ. Νικολαΐδου συνέγραψε τις «Συνταγές της Πείνας» (εκδ. ΚΨΜ). «Στο πλαίσιο έρευνάς μου για το Πάντειο Πανεπιστήμιο, κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι έχω στα χέρια μου ένα υλικό που μπορεί να ομαδοποιηθεί και να δείξει για πρώτη φορά με ποιον τρόπο ζούσαν οι Αθηναίοι την περίοδο της Κατοχής», εξηγεί η ίδια. Οι στήλες που εξέτασε έκαναν την εμφάνισή τους στις εφημερίδες της εποχής αμέσως μετά την κατάληψη της πρωτεύουσας από τις ναζιστικές δυνάμεις. Χαρακτηριστικά, μία εξ αυτών λεγόταν «Πολεμικά Εδέσματα», ενώ ένας «διατροφολόγος» που αναδείχθηκε μέσα από την υπογραφή τέτοιου είδους κειμένων ήταν ο γνωστός σε όλους Νίκος Τσελεμεντές.

Βέβαια ο αθηναϊκός Τύπος της εποχής ήταν λογοκριμένος ούτως ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κατακτητών, κάτι που έγινε φανερό και με την απουσία δημοσιογραφικής κάλυψης του λιμού που έπληξε την Αθήνα. Ωστόσο, μέσα από τις πρακτικές τους συμβουλές, οι συντάκτες των εφημερίδων προσπαθούν να βοηθήσουν τους συμπολίτες τους να επιβιώσουν. «Υπήρχε τέτοια πίεση και τέτοιο θανατικό από την πείνα στους δρόμους της Αθήνας, που νομίζω πως εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, παρά να δίνουν αυτές τις συμβουλές», σχολιάζει η κ. Ελένη Νικολαΐδου.

Οι πρώτοι Γερμανοί στρατιώτες στην Ακρόπολη, Μάϊος 1941. [Archives Snark/Photo12]
Συμβουλές για να αποθηκεύονται τα ψίχουλα
«Μαζέψτε προσεκτικά τα ψίχουλα από το τραπέζι, από την κουζίνα, όταν κόβετε το ψωμί, από το δοχείο που φυλάσσεται το ψωμί. Μέσα σε μια εβδομάδα το πιο πιθανό είναι να εξοικονομηθεί ένα ποτήρι από ψίχουλα ψωμιού»

Η ύπαρξη των συγκεκριμένων στηλών στις τρεις εφημερίδες εξυπηρετούσε κι άλλες σκοπιμότητες, προσφέροντας την δυνατότητα να κατασκευάζεται μια διαφορετική πραγματικότητα μέσα από όσα γράφονταν. «Παρατηρούμε πως συχνά στα κείμενα αναφέρεται π.χ. πως “για αυτήν τη συνταγή θα χρειαστείτε γάλα, αβγά και κρέας”», εξηγεί η κ. Νικολαΐδου.

«Πολλές φορές, λοιπόν, αυτός ήταν ένας τρόπος να παρουσιαστεί στο κοινό η εικόνα πως γάλα και αβγά και κρέας υπήρχαν, ενώ βεβαίως βρίσκονταν σε έλλειψη. Έτσι, ο αναγνώστης μπορούσε να σκεφτεί πως τα προϊόντα αυτά, που κατά τα άλλα δεν ήταν διαθέσιμα, υπήρχαν. Απλώς εκείνος ήταν άτυχος και δεν τα είχε πετύχει».

Φτιάχνοντας κάτι από το τίποτα

Τα χρήματα έχασαν γρήγορα την αξία τους στα χρόνια της Κατοχής. Σε ρεπορτάζ της εποχής στον Ριζοσπάστη, αναφέρεται πως ένας εργάτης στην υφαντουργία, με μεροκάματο που κυμαινόταν μεταξύ 1.000 και 3.000 δραχμών, δεν μπορούσε να αγοράσει για τον εαυτό του ούτε μισή οκά ντομάτες. «Προς το τέλος της Κατοχής δε, κάποιος μπορεί να είχε τον μισθό του σε βαλίτσα, δηλαδή να ήταν τόσο πολλά τα χαρτονομίσματα που είχε στη διάθεσή του, αλλά να μην μπορούσε να αγοράσει τίποτα», προσθέτει η κ. Νικολαΐδου.

Σε συνδυασμό με την έλλειψη των τροφίμων, αφενός αναπτύχθηκε η ανταλλακτική οικονομία, αφετέρου αναζητούνταν τρόποι να προσαρμοστεί η διατροφή των Αθηναίων στην πραγματικότητα. «Πώς δεν θα έχετε απώλειες τροφών στο μαγείρεμα», είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος ενός άρθρου της εποχής. Άλλο άρθρο προσφέρει συμβουλές για την αντιμετώπιση της έλλειψης ζάχαρης: «Πάρτε ξερά σύκα, βράστε τα, και στη συνέχεια βγάλτε από το νερό τα σύκα».

Οι εφημερίδες δίνουν συνταγές για «ορεκτικά», τα οποία όμως σε αντίθεση με την ονομασία τους, σκοπό δεν έχουν να ανοίξουν αλλά «να διώξουν την όρεξη». Γεύμα που τιμάται δεόντως είναι η «χορτόσουπα με χθεσινά αποφάγια», ενώ η δεδομένη έλλειψη των περισσότερων υλικών αναδιαμορφώνει γνωστά πιάτα: έτσι έχουμε ταραμοσαλάτα χωρίς ταραμά, πιλάφι με κιμά δίχως κρέας ή στιφάδο δίχως κρέας, μακαρόνια με τυριά χωρίς ίχνος τυριού.

Ειδησεογραφικό βίντεο των Universal Studios για τη διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας στην Ελλάδα το 1944. [Wikimedia Commons]

Ανάλογα με την ισχύουσα απαγόρευση, στα εστιατόρια επιτρέπεται να μαγειρεύουν μόνο ένα ή δύο διαφορετικά πιάτα την ημέρα (κι εκείνα με τη σειρά τους επιβάλλουν περιορισμούς, στο πόσα πιάτα μπορεί να παραγγείλει κανείς). Σερβίρουν κυρίως βλήτα, χόρτα και κουκιά. Η μουσταλευριά, που προκατοχικά οι Αθηναίοι σνόμπαραν, αναδεικνύεται σε αγαπημένο έδεσμα της εποχής και το γάλα, ελλείψει ζάχαρης, πίνεται με αλάτι.

«Μονάχα η σταφίδα, τα χόρτα και η ρετσίνα υπήρχαν σε αφθονία κατά τα 3,5 χρόνια της Κατοχής», λέει η κ. Νικολαΐδου, με τους Αθηναίους να διαπιστώνουν την ευεργετική λειτουργία της ρετσίνας για να μπορέσουν να «ξεχάσουν» την πείνα τους. «Τα υπόλοιπα ελέγχονταν πολύ σκληρά από τους μαυραγορίτες, που συνεργάζονταν με τις Κατοχικές κυβερνήσεις και τους Γερμανούς».

Καθώς οι πεινασμένοι αυξάνονται, από κοντά ακολουθεί και η αύξηση των κλοπών και των επιδρομών. Αυτές δεν πραγματοποιούνται μόνο στα κοτέτσια των οικογενειών, που δημιουργήθηκαν σε κήπους και ταράτσες με τα μέλη της οικογένειας να εναλλάσσονται σε βάρδιες φύλαξης, αλλά ακόμη και στον Εθνικό Κήπο: κάποια στιγμή εξαφανίζονται δύο ελάφια, προφανώς για να καλύψουν την πείνα κάποιου.

Πινακίδα σε εξώπορτα ζαχαροπλαστείου της εποχής
«Παρακαλούνται οι κ.κ. διαρρήκτες να μην προβούν εις νέαν διάρρηξιν του καταστήματος, διότι κατά τη νύκτα τα γλυκά μεταφέρονται εις την κατοικίαν του ιδιοκτήτου»

Όσον αφορά τα υπόλοιπα τετράποδα της πρωτεύουσας, είχαν εξαφανιστεί από τον πρώτο χειμώνα. Όχι μόνο επειδή λόγω ανάγκης οι Αθηναίοι γρήγορα στράφηκαν σε αυτά, αλλά και γιατί δεν σπάνιζαν οι περιπτώσεις ανθρώπων που τα σκότωναν και στην συνέχεια τα πουλούσαν, ή επιχειρούσαν να τα πουλήσουν, ως διαφορετικό είδος κρέατος σε σχέση με αυτό που ήταν.

Οι Αθηναίοι έτρωγαν ό,τι μπορούσαν να βρουν, σε σημείο που ο Ιατρικός Σύλλογος Αθήνας χρειάστηκε να βγάλει ανακοίνωση καλώντας τους να προσέξουν τα χόρτα που κατανάλωναν, καθώς τα περιστατικά δηλητηριάσεων οδηγούσαν μέχρι και σε θανάτους. Στην Ηλιούπολη, χρειάστηκε να σταματήσει η διανομή του φαγητού των οικογενειών σε ανηλίκους, γιατί παρατηρήθηκε πως τα παιδιά έτρωγαν όλο ή το μεγαλύτερο μέρος από το φαγητό ολόκληρης της οικογένειας προτού φτάσουν σπίτι.

Λόγω της κατάστασης, το 1942 αρχίζει να συναντάται για πρώτη φορά το φαινόμενο τα παιδιά των οικογενειών να στέλνονται στην επαρχία. «Η επαρχία ήταν σε καλύτερη κατάσταση από τα αστικά κέντρα και ορισμένα νησιά, εκεί κουτσά-στραβά μπορούσε κανείς να επιβιώσει. Ας πούμε πως υπήρχε ένας μπαξές, δύο μανταρινιές», λέει η κ. Νικολαΐδου. «Και στην Αθήνα οι κάτοικοι έκαναν φιλότιμες προσπάθειες, δημιουργώντας κοτέτσια στις αυλές και στις ταράτσες τους ή προσπαθώντας να δημιουργήσουν μπαξέδες. Αλλά ο πρώτος χειμώνας της κατοχής ήταν καταστροφικός ως προς αυτό».

Πεινασμένοι αλλά όχι υποταγμένοι

Πόσοι ήταν οι Αθηναίοι που πέθαναν στη διάρκεια της Κατοχής; Υπάρχει μια αβεβαιότητα γύρω από το εάν τα υπάρχοντα στοιχεία για τον αριθμό των νεκρών είναι ακριβή. Πάντως, τα δημοσιεύματα σε κάποιες περιόδους κάνουν λόγο για ακόμη και 1.000 νεκρούς την ημέρα σε Αθήνα και Πειραιά.

«Τα στοιχεία από τις μελέτες συναδέλφων είναι τρομακτικά, αλλά υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Για την διατροφή τους τότε οι Αθηναίοι έπαιρναν κάποια δελτία τροφίμων. Όταν ένας άνθρωπος από την οικογένειά τους λοιπόν πέθαινε, συχνά δεν τον δήλωναν, ούτως ώστε να κρατήσουν το δελτίο του και να μπορέσει να επιβιώσει έτσι η υπόλοιπη οικογένεια», λέει στο inside story η κ. Νικολαΐδου.

Όποτε πάντως ανέκυπτε το θέμα της έλλειψης τροφίμων στην Αθήνα τον πρώτο χειμώνα της Κατοχής, οι Γερμανοί κατακτητές και οι συνεργάτες τους απέδιδαν την ευθύνη στο βρετανικό ναυτικό, που είχε προβεί σε αποκλεισμό του λιμανιού της πόλης. «Φυσικά και ο ναυτικός αποκλεισμός είχε τη δική του συμβολή, αλλά εκείνοι που ήλεγχαν τα τρόφιμα ήταν οι Γερμανοί», σχολιάζει η κ. Νικολαΐδου. «Αλίμονο όμως εάν πούμε ότι η ναζιστική Κατοχή έκανε τα πάντα για να επιβιώσει ο ελληνικός λαός».

Γερμανοί στρατιώτες σε ελληνικό δρόμο το 1941. [Ann Ronan Picture Library/Photo12]

«Οι Αθηναίοι της εποχής είχαν να αντιμετωπίσουν την τρομοκρατία των Γερμανών, με μπλόκα και εκτελέσεις. Την ίδια στιγμή όμως η πείνα ήταν και είναι το πιο ισχυρό όπλο ενός κατακτητή, γιατί του επιτρέπει να ελέγχει τον κόσμο. Έτσι τους άφηναν να πεθαίνουν στην πείνα», προσθέτει. Παρά την πείνα ως καθημερινότητα (ή την καθημερινότητα ως πείνα;), αυτό που προξενεί ίσως εντύπωση είναι οι μαζικές διαδηλώσεις και απεργίες απέναντι στον κατακτητή, με τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων ατόμων.

Σαράντα χιλιάδες διαδηλωτές φώναξαν «ψωμί, συσσίτια, κάτω η τρομοκρατία» στις 22 Δεκεμβρίου 1940. Διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν στις 5 Μαρτίου 1943 στην Αθήνα, ενάντια στην πολιτική επιστράτευση, μέσω της οποίας Έλληνες αποστέλλονταν ως εργάτες στην Γερμανία, επιτυγχάνοντας την διακοπή της. Η Ελλάδα έγινε η πρώτη κατεχόμενη από τους Ναζί χώρα που κατάφερε κάτι τέτοιο.

«Αυτό που μου έκανε εντύπωση κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, ήταν πως αυτός ο λαός δεν λύγισε», υπογραμμίζει η κ. Νικολαΐδου. «Μην ξεχνάμε πως όταν κάνουμε λόγο για “πεινασμένους”, δεν μιλάμε για ανθρώπους που τυχόν κάνουν δίαιτα όπως εμείς, αλλά για υποσιτισμένους, που τους λείπουν τα βασικά συστατικά. Και ενώ δεν υπήρχαν μέσα συγκοινωνίας, οι ανάπηροι πολέμου ή π.χ. τα παιδιά έρχονταν από όλα τα μέρη της Αθήνας για να διαδηλώσουν».

«Παράλληλα, όμως, αυτό δεν σημαίνει πως σταμάτησε η ζωή. Είχαμε κινηματογράφο, θέατρο, ο λαός έκανε πολλά γλέντια για να αντεπεξέλθει. Πώς έκαναν τις γιορτές; Αρκούσε να πάρει ο καθένας μια χούφτα σταφίδες, για να κάνουν την μάζωξή τους, και παράλληλα κανόνιζαν την αντίσταση, που σε όλα τα χρόνια της Κατοχής δεν σταμάτησε ποτέ».

«Εδώ η παράταση της ζωή σας, κύριοι!»

Είχε φτιαχτεί πράγματι από καλαμπόκι το καλαμποκόψωμο που πρόσφερε κάποιος στους δρόμους στο κέντρο της Αθήνας; Γιατί δεν θύμιζε καθόλου βούτυρο, ούτε σε όψη ούτε σε γεύση, το προϊόν που πωλούνταν ως τέτοιο λίγο πιο δίπλα; Συχνά, στους αθηναϊκούς δρόμους στα χρόνια της Κατοχής, κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος για το τι αγοράζει.

Δεν ήταν απίθανο, άλλωστε, ακόμη και ό,τι θεωρούνταν ως καφές να μην είναι: «οτιδήποτε δίνει ένα σκούρο χρώμα στο βράσιμο λογιζόταν για καφές», αναφέρεται στο βιβλίο της κ. Νικολαΐδου. Η Αίγλη στο Ζάππειο πρόσφερε καφέ που «ο Θεός να τον κάνει καφέ», ενώ άλλα καφενεία αναγκάστηκαν να αντικαταστήσουν πλήρως το δημοφιλές ρόφημα, που σταδιακά δεν ήταν διαθέσιμο πουθενά, με φασκόμηλο και χαμομήλι.

Σε άλλες περιπτώσεις, το τι μπορούσε να προσμένει κανείς από το τρόφιμο ή ρόφημα που αγόραζε ήταν απλούστερα. Στους δρόμους στο κέντρο της Αθήνας, καθένας πωλούσε ό,τι διέθετε. «Εδώ η παράταση της ζωής σας, κύριοι!», διαλαλούσε λοιπόν μια ημέρα κάποιος την πραμάτεια του.

Πηγή: Σταύρος Μαλιχούδης – insidestory.gr

Δείτε και αυτό:

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το