Πάνω σ’ αυτό το έδαφος υπερισχύει αναμφίβολα η εμβληματική φυσιογνωμία του Σίγκμουντ Φρόυντ (1856-1939) αλλά και των συνεχιστών του έργου του (Γιουνγκ-Φρομ-Ράιχ-Μαρκούζε κλπ) όσο και του πατριάρχη της σύγχρονης ψυχανάλυσης Ζαν Λακάν (1901-1981). Είναι γεγονός ότι η πολυδιάσπαση της λεγόμενης φροϋδικής σχολής σε υπεράριθμα τμήματα, όπως «φροϋδομαρξισμός», «φροϋδοπολιτισμός», «αμερικάνικη σχολή», «ορθόδοξη ψυχανάλυση», «γλωσσολογία και φροϋδισμός», αντί να ξεδιαλύνει το τοπίο, μπέρδεψε ακόμα περισσότερο τα πράγματα, γεγονός που καθιστά αναγκαία και επιβεβλημένη την κριτική μας από τη σκοπιά του μαρξισμού και του επιστημονικού υλισμού. Αναμφίβολα, η «συζήτηση» ανάμεσα στον μαρξισμό, την ψυχολογία και την ψυχανάλυση σκόνταψε σε αντικειμενικά εμπόδια. Ο μαρξισμός ως θεωρία και πράξη ασχολήθηκε κυρίως με μεγάλα κοινωνικά σύνολα και αλλιώτικα με την πάλη των τάξεων, ενώ η ψυχολογία ως επιστήμη και εφαρμογή οδηγήθηκε κυρίως στον ξεχωριστό άνθρωπο και στους λαβυρίνθους του ψυχισμού του. Στο παρόν άρθρο δεν επιχειρούμε μια τελειωμένη και τελειωτική αποτίμηση της ιστορικής πορείας της ψυχολογίας, του φροϋδισμού και της ψυχανάλυσης. Ωστόσο, σκιαγραφούμε τις αδρές γραμμές αντιπαράθεσης ανάμεσα στον μαρξισμό και τη φροϋδική ψυχολογία, παραθέτουμε αντίστοιχη βιβλιογραφία (και αν χρειαστεί θα επανέλθουμε).

Η γέννηση της ψυχολογίας – Ο Σ.Φρόυντ

Ο Σ.Φρόυντ γράφει στην αυτοβιογραφία του το 1925: «Γεννήθηκα στις 6 Μάη 1856, στο Φράιμπεργκ της Μοραβίας, μία μικρή πόλη της σημερινής Τσεχοσλοβακίας. Οι γονείς μου ήταν Εβραίοι, εγώ ο ίδιος παρέμεινα Εβραίος». Ο ίδιος ο Σ.Φρόυντ σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του υπογράμμιζε τη μορφωτική και θρησκευτική παράδοση του Ιουδαϊσμού, παραμένοντας όμως αθεϊστής. Είναι δραστήριο μέλος της αστοφιλελεύθερης εβραϊκής εταιρείας Β nai Β rith και σύμφωνα με τους βιογράφους του θαυμάζει απεριόριστα τον Ν.Βοναπάρτη, τον Άγγλο Τζ.Κρόμβελ, τον Αννίβα, τον εβραίο επαναστάτη Μασανάση. Υποφέρει όπως ολόκληρη η δυτικοευρωπαϊκή ιντελιγκέντσια (διανόηση) από τον ογκούμενο αντισημιτισμό, ο οποίος τραυματίζει την παιδική του ζωή. Το παραπάνω, Εβραίος στην προσωπική του ιστορία, εξεγερτικός και άθεος, αποτελεί και μία βασική αντίφαση της ιδιαίτερης πορείας του. Δεν είναι τυχαίο ότι αφιερώνει το έργο του στον Μωυσή, όπως είναι εξαιρετικά αξιοσημείωτο ότι ο Σ.Φρόυντ δεν αναφέρει ούτε μία αράδα στον μεγαλύτερο κοινωνιολόγο, επιστήμονα, εβραϊκής καταγωγής επίσης, τον Κ.Μαρξ. Στην αυτοβιογραφία του εξηγεί πως αποφασίστηκε η ώθησή του στην ιατρική επειδή δεν ήταν αρκετά εύπορος. Θα μπορούσαμε να δούμε στην αρχική εκκίνησή του μία ροπή στη φιλοσοφία, αλλά ο ίδιος προσπαθούσε να προφυλάξει την ψυχανάλυση από τις επιρροές της φιλοσοφίας και να της δώσει περισσότερο ιατρικό και μυθολογικό περιεχόμενο. Αξίζει να σημειώσουμε, επίσης, ότι παρότι θεωρεί την άνοδο του φασισμού στην Γερμανία «οπισθοδρόμηση σε σχεδόν προϊστορική βαρβαρότητα», η αναγκαστική εξορία του στο Λονδίνο δε συνδέεται με καμιά αντιφασιστική δραστηριότητα, ακόμα κι όταν ο ναζισμός έβαζε στο στόχαστρο τους Εβραίους και τους κομμουνιστές.

Η πορεία της ψυχαναλυτικής σχολής

Στο έργο του «Μία δυσκολία της ψυχανάλυσης» ο Σ.Φρόυντ γράφει για τρεις επαναστάσεις που επέφεραν στον σύγχρονο κόσμο μεγάλες τομές (ναρκισσιστικά τραύματα λέει). Πρόκειται για την κοσμολογική επανάσταση του Κοπέρνικου (η γη στρέφεται γύρω από τον ήλιο), τη βιολογική επανάσταση του Δαρβίνου (θεωρία της εξέλιξης) και την ψυχολογική επανάσταση του ίδιου (με τη θεωρία του ασυνείδητου και των ονείρων). Όπως παρατηρούμε, αγνοεί στο τέλος του 19ου αιώνα τον μαρξισμό και τις αναλύσεις του για τη φύση και την κοινωνία. Αγνοεί τον διαλεκτικό υλισμό και την αιτιοκρατία (ντετερμινισμό), επιμένοντας στη μερική δομή (ψυχισμός του ατόμου) και όχι στην κοινωνική και ολική δομή που φωτίζει ο ιστορικός και διαλεκτικός υλισμός των Κ.Μαρξ και Φ.Ένγκελς. Το 1885, ο Σ.Φρόυντ δουλεύει για πέντε μήνες στο Παρίσι και στην κλινική ενός νοσοκομείου που διευθύνει ο Ζαν Μαρτέν Σαρκό. Ο τελευταίος χρησιμοποιούσε την ύπνωση για τη θεραπεία και αντιμετώπιση της υστερίας, γεγονός που επηρεάζει τον Φρόυντ αφού τον ωθεί να παρατηρήσει ότι η υστερία έχει ψυχολογικές αφετηρίες. Αργότερα, η συνεργασία του με τον Γάλλο γιατρό Ιπαλίτ Μπερνχάιμ πείθει τον Φρόυντ ότι ισχυρές ασυνείδητες δυνάμεις επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Το 1887 συνεργάζεται με τον γιατρό Γιόζεφ Μπρόιερ ο οποίος εφαρμόζει επίσης την ύπνωση στη θεραπεία της υστερίας. Όμως ο Φρόυντ, απογοητευμένος από την κλινική προσέγγιση, οδηγείται στο κεφάλαιο της σχέσης γιατρού-ασθενούς και έτσι σχηματοποιεί τη θεωρία της μεταβίβασης ή αλλιώς εξομολόγησης. Έτσι ο ασθενής εκφράζει «στο ντιβάνι του ψυχολόγου σκέψεις και συναισθήματα που δεν λέει σε κανένα οικείο του πρόσωπο (πχ οικογένεια). Αυτό τον οδηγεί το 1900 να δημοσιεύσει το σημαντικό έργο του «Ερμηνεία των ονείρων» και λίγο αργότερα τρία δοκίμια για τη θεωρία της σεξουαλικότητας (libido), που διαδραματίζει πλέον σημαντικό ρόλο στη σκέψη του Σ.Φρόυντ. Το 1907 ιδρύει με τους Άντλερ, Φεράντος, Γιουνγκ, Άμπραχαμ, την ψυχαναλυτική εταιρεία της Βιέννης. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η συνακόλουθη φρίκη του, μάλλον τον ωθούν να προσθέσει δίπλα στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και σεξουαλικότητας (libido), που θεωρεί θεμέλια του πολιτισμού, και εκείνο της αυτοκαταστροφικότητας (του θανάτου). Αργότερα, συμπληρώνει τη θεωρία της σεξουαλικότητας, την οποία ταυτίζει με τη γενετήσια και δημιουργική ορμή, με διάφορα στάδια (πρωκτικό, φαλλικό, κλπ), τα οποία αποτέλεσαν για τους επιγόνους του φροϋδισμού ιδιαίτερα πεδία αναφοράς. Ο Σ.Φρόυντ, προς το τέλος της ζωής του, προσθέτει στις παρατηρήσεις του το λεγόμενο «Οιδιπόδειο σύμπλεγμα» καθώς και την έννοια του «υπερεγώ», προκειμένου να περιγράψει με ψυχολογικό τρόπο ανθρώπινες επιθυμίες και συμπεριφορές. Είναι γεγονός (παρά την τεκμηριωμένη κριτική που υπέστη η ψυχαναλυτική σχολή) ότι οι παρατηρήσεις του Φρόυντ επηρεάζουν μεγάλα τμήματα της επιστημονικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα σ’ ένα θέμα ταμπού για τον χριστιανικό πολιτισμό όπως είναι αυτό της σεξουαλικότητας (libido).

Οι επίγονοι του Φρόυντ

Είναι απόλυτα εξηγήσιμο, μία τομή όπως ο Φροϋδισμός όχι μόνο να επηρεάσει τον κόσμο της ψυχολογίας, αλλά και να δημιουργήσει έναν τεράστιο όγκο διασπάσεων, αντιπαραθέσεων, γέννηση νέων ρευμάτων, κλπ. Έτσι, ένας βασικός μελετητής του Σ.Φρόυντ, ο Έριχ Φρομ (1900-1980), απομακρύνθηκε από τις θέσεις του, διαφωνώντας κυρίως στην υπερβολή του ασυνείδητου. Ο Ε.Φρομ θεώρησε ότι ο Φροϋδισμός έδωσε υπερβολική έμφαση στη βιολογία, ενώ ο ίδιος θεώρησε ότι πρέπει να δοθεί στους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες που δημιουργούν την προσωπικότητα. Το 1934, ο Ε.Φρομ και η γυναίκα του εγκατέλειψαν τη ναζιστική Γερμανία καταφεύγοντας στις ΗΠΑ, όπου και πάλι αντιμετώπισαν δυσπιστία και εχθρότητα, ενώ συνέβαλε σημαντικά, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, σ’ αυτό που ονομάστηκε «αντικουλτούρα». Σημαντικά έργα του Ε.Φρομ είναι «Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία», «Η μαζική ψυχολογία του φασισμού», «Η κρίση της ψυχανάλυσης», «Η ανατομία της ανθρώπινης καταστροφικότητας». Σημειώνουμε ότι οι περισσότεροι υποστηρικτές- «μαθητές» του Φρόυντ, είτε διαγράφηκαν είτε απομακρύνθηκαν από τα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών τους για δεξιές και μικροαστικές παρεκκλίσεις. Ο Βίλχελμ Ράιχ (1897-1957), υπήρξε μαθητής και συνεργάτης του Φρόυντ και ιδρυτής του λεγόμενου φροϋδομαρξισμού. Μέλος του κομμουνιστικού κόμματος της Αυστρίας, προσπάθησε να συνδυάσει το φροϋδισμό με τη μαρξιστική θεωρία. Διαφώνησε με τον Φρόυντ στο λεγόμενο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα καθώς και στη φροϋδική αρχή πως η επιθετικότητα βρίσκεται στην ανθρώπινη φύση. Από την άλλη, επέμεινε στο ότι οι κρατικοί μηχανισμοί, όντας καταπιεστικοί, ευθύνονται για το ότι σεξουαλικές ορμές δε βρίσκουν διέξοδο με αποτέλεσμα το άτομο να καταντάει μη υγιές. Το 1931 ιδρύει στη Βαϊμάρη την Ένωση για μία Προλεταριακή Σεξουαλική Πολιτική (sexpol) ασκώντας δριμεία κριτική στην ΕΣΣΔ. Διαγράφεται από το Κομ. Κόμμα και την Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης. Μεταναστεύει σε Δανία, Νορβηγία, Σουηδία και ΗΠΑ, όπου προσπαθεί να αποδείξει ότι η «βιοενέργεια» βρίσκεται (σε φυσαλίδες) στο ανθρώπινο σώμα. Σύμφωνα με τον Β.Ράιχ τα βιόντα εκλύουν μία ουσία, την οργόνη που ταυτίζεται με τη σεξουαλική ενέργεια. Από τα έργα του Β.Ράιχ ξεχωρίζουμε το «Διαλεκτική, υλισμός και ψυχανάλυση» (1929), το «Άκου ανθρωπάκο» (1948), το «Σεξουαλική επανάσταση» (1933). Ο Β.Ράιχ, λόγω της μικροαστικής εξεγερτικότητας, έγινε αγαπητός σε κύκλους του αναρχικού και αυθορμησιακού χώρου. Πιο αυθεντικός εκπρόσωπος και συνεχιστής του έργου του Σ.Φρόυντ θεωρήθηκε η σχολή του Ζαν Λακάν (1901-1981). Ο Γάλλος ψυχαναλυτής, υπερτιμημένος από τους διανοούμενους της χώρας του, ξεκίνησε το 1940 να εργάζεται σε στρατιωτικό νοσοκομείο, απέχοντας από κάθε αντιστασιακή και αντιφασιστική δραστηριότητα. Μελετητής και μεταφραστής του Φρόυντ, εγκαταλείπει το 1953 την ψυχαναλυτική εταιρεία και στηρίζει «τη γαλλική ένωση ψυχανάλυσης», συνεργαζόμενος «ευέλικτα» με τους Λεβί-Στρος, Μελό, Ποντί και Μπενβενίστ. Το 1960 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Η ηθική της ψυχανάλυσης», στο οποίο γράφει για την τραγωδία του ανθρώπου και του πολιτισμού. Το 1964 ιδρύει δική του Γαλλική Σχολή Ψυχανάλυσης που κλείνει με το θάνατό του το 1981. Αφήσαμε κατά μέρος τον Γιουνγκ (1875-1961), συνεργάτη του Φρόυντ, τα γραπτά του οποίου μελετήθηκαν και εφαρμόστηκαν από τις πιο ακραίες πλευρές του ναζισμού (φασιστική ανθρωπολογία, ρατσισμός, αντισημιτισμός).

Ειδικότερα για πλευρές της φροϋδικής ανάλυσης

Για το ζήτημα της θρησκείας: «Παραμένω πεισμένος ότι τα θρησκευτικά φαινόμενα είναι συγκρίσιμα με τα νευρωτικά συμπτώματα».(Σ.Φρόυντ: Μωυσής και μονοθεϊσμός-1938)

Όπως βλέπουμε, η αναλογία ανάμεσα σ’ ένα γενικό κοινωνικό φαινόμενο όπως είναι η θρησκεία δεν πιστοποιείται από καμία επιστημονική αναλογία, από κανένα δεσμό αντικειμενικό με την ατομική νεύρωση. Η ταυτότητα των δύο υπογράφεται με το φροϋδικό «πιστεύω», έτσι που η επιστήμη δίνει ετσιθελικά τη θέση της σε μία ατομική στάση. Το παραπάνω γεγονός, που οδηγεί στον ιδεαλισμό και την ατομοκρατία, είναι χαρακτηριστικό σ’ όλες τις σχολές της ψυχανάλυσης. Ο μηχανισμός της ατομικής νεύρωσης, σ’ ό,τι αφορά την πρόσληψη της θρησκείας, είναι πολύ λίγος για να εξηγήσει τεράστια ανθρώπινα γεγονότα. Ο φροϋδισμός ψυχολογικοποιεί την κοινωνία, δηλαδή παραγνωρίζει όλους τους υλικούς όρους και την παραγωγική βάση της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Σ.Φρόυντ (Μωυσής και μονοθεϊσμός) γράφει: «Η αρχαϊκή κληρονομικότητα, αν και διαφορετική (από τα ζωικά ένστικτα) από την έκταση και το χαρακτήρα της, αντιστοιχεί στα ένστικτα των ζώων.» Όταν ο Φρόυντ ζητάει από τη βιολογία να εξηγήσει τα ανθρώπινα γεγονότα (πχ πόλεμος), να δώσει στη ζωική κληρονομικότητα εισιτήριο διαρκείας για ό,τι συμβαίνει γύρω μας, είναι φανερό ότι θεωρεί αμετάκλητη την ανθρώπινη φύση, χρησιμοποιεί την ψυχανάλυση σαν κλειδί των επιστημών του ανθρώπου, μικραίνει το κύρος της αναζήτησης, κάνει αυτό που ήδη γράφουμε: ψυχολογικοποιεί την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Άτομο-κοινωνία: διαρκής σύγκρουση;

«Οι κομμουνιστές προτείνουν πως έχουν ανακαλύψει το δρόμο της απελευθέρωσης από το κακό. Κατά τη γνώμη τους ο άνθρωπος είναι αποκλειστικά καλός, δεν επιθυμεί παρά το αγαθό του πλησίου του, αλλά ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας έχει διαφθείρει τη φύση του, έτσι η εξαφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας θα έχει σαν αποτέλεσμα…» Ο φροϋδισμός θέτει ως ένα από τα θεωρητικά του κέντρα τη σύγκρουση ατόμου και κοινωνίας. Όπως κι αν ανακαλύπτει αυτή τη σύγκρουση (καταπιεσμένη σεξουαλικότητα), σύγκρουση έρωτα-θανάτου, πάλη ενάντια στην πατριαρχία, το συμπέρασμα είναι το ίδιο. Το ξεχωριστό άτομο ασφυκτιά στις θρησκευτικές ή οικογενειακές δομές γι’ αυτό και ακρωτηριάζεται. Ο Κ.Μαρξ, ιδιαίτερα στα έργα του «Αγία Οικογένεια» και «18η Μπρυμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», όπως άλλωστε και στα έργα «Γερμανική ιδεολογία»-«Θέσεις για τον Φόυερμπαχ», συμπυκνώνοντας την εμπειρία των επαναστάσεων του 1830 και 1848, δίνει καθαρά το στίγμα της ανθρώπινης ουσίας. Με τα παραπάνω έργα ο ιστορικός υλισμός «εισβάλλει» στον πυρήνα της ανθρωπολογίας και δίνει στην ιστορία το πραγματικό και κοινωνικό της περιεχόμενο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο φροϋδισμός, όπως και αργότερα ο υπαρξισμός (Ζαν Πωλ Σαρτρ), μένουν αιχμάλωτοι της θεωρίας για την «ανθρώπινη φύση» που μένει αιώνια ίδια κι απαράλλαχτη. Αντίθετα, ο μαρξισμός (Κ.Μαρξ, Θέσεις για τον Φόυερμπαχ) προσδιορίζει το άτομο όχι αφηρημένα και εξωκοινωνικά, αλλά συγκεκριμένα και ιστορικά. «Η ανθρώπινη ουσία είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων» (Κ.Μαρξ), λέγοντας αλλιώς ότι τα ανθρώπινα άτομα δεν έχουν άλλη ουσία, άλλο προορισμό από τον εξανθρωπισμό των ανθρωπίνων σχέσεων, που θα γίνει μέσα σ’ ένα ανώτερο κοινωνικό καθεστώς· τον κομμουνισμό. Από αυτή την άποψη, ο μαρξισμός μεταφέρει τον άξονα διερεύνησης από «τη φύση του ανθρώπου» στη «φύση του κοινωνικού συστήματος» και από το αμετάβλητο της ανθρώπινης φύσης, στο μεταβλητό μέσω των μετασχηματισμένων κοινωνικών δομών και μέσω της ανθρώπινης πράξης. Είναι αυτός ο λόγος που ο φροϋδισμός οδηγεί στον ιδεαλισμό, τη σχετικότητα και τον υποκειμενισμό, ενώ ο μαρξισμός στην αντικειμενικοποίηση των κοινωνικών όρων, γι’ αυτό άλλωστε έχει οικουμενικό χαρακτήρα.

Η ψυχολογικοποίηση της κοινωνίας

«Η ψυχολογία δεν κρατάει καθόλου το μυστικό των ανθρώπινων γεγονότων, διότι απλώς αυτό το μυστικό δεν είναι ψυχολογικής φύσης» Ζωρζ Πόλιντζερ

Από τον 19ο αιώνα με τη σημαντική συμβολή των Κ.Μαρξ και Φ.Ένγκελς, αλλά και του Δαρβινισμού, όλες οι βιολογικές επιστήμες έχουν αποδεχτεί αμετάκλητα ότι το πέρασμα από τη «ζωϊκότητα» στην «κοινωνικοποιημένη ανθρωπότητα» δεν είναι μία απλή και γραμμική εξέλιξη, αλλά μια ποιοτική αλλαγή και μία ανωτεροποίηση όλων των παραγόντων που επηρεάζουν τους ανθρώπους. Ο «ζωικός ψυχισμός» είναι ολότελα διαφορετικός από τον «ανθρώπινο ψυχισμό» και δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τις ανθρώπινες συμπεριφορές με απλούς βιολογικούς όρους. Τα ζώα δεν παράγουν τίποτα διαρκές έξω από τον εαυτό τους, σ’ αντίθεση με το ανθρώπινο είδος που αναπαράγει τον υλικό αλλά και τον πνευματικό κόσμο (ήθη, έθιμα, αξίες, διαγωγές, νόμους) μ’ ένα ευρύ και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Όχι μόνο τα έντομα που έχουν βραχύτητα ζωής και χαμηλό νευρικό σύστημα αλλά και ανώτερα σπονδυλωτά (πχ πίθηκοι), η γενετήσια συμπεριφορά και η αυτοσυντήρηση είναι βασικά ένστικτα, ενώ στο ανθρώπινο γένος υπεισέρχονται ένα πλήθος κοινωνικών συμπεριφορών (πχ η οργάνωση για την ανατροπή ενός κοινωνικού συστήματος). Ο φροϋδισμός προσπαθεί λοιπόν -ανεπιτυχώς- να ερμηνεύσει τα κοινωνικά φαινόμενα «τρυπώνοντας» στον αμετάβλητο διαρκή ψυχικό κόσμο των ξεχωριστών ανθρώπων. Στην πραγματικότητα αντιπαραθέτει το άτομο στην ιστορία. Βρίσκεται, λοιπόν, η εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς στην «παιδική ηλικία» και στη γονεϊκή καταπίεση, όπως μας λέει ο Φρόυντ. Μπορούμε να εξηγήσουμε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τις νευρώσεις του Α.Χίτλερ που απέκτησε μικρός ή με βάση το λενινιστικό σχήμα του ιμπεριαλισμού και του αδυσώπητου ανταγωνισμού. Ακόμα και αν η νεύρωση διαδραματίζει ένα ρόλο, αυτός είναι μικρός κι ασήμαντος μπροστά στην απεραντοσύνη της πάλης των τάξεων, των εθνών, των κρατών, των ομάδων. Στην αρχή του 20ου αιώνα εμφανίστηκαν διάφορες θεωρίες και σχολές που είχαν στη βάση τον αντιορθολογισμό, τον ενστικτισμό και τη λεγόμενη διαισθητικότητα και ενόραση. Άμα ξύσει κανείς το φανταχτερό περιτύλιγμα θα βρει ένα κοινό ενοχοποιητικό στοιχείο. Το ότι ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να μπει στη βαθύτερη αιτία των γεγονότων και φαινομένων. Διακηρύσσοντας αυτή την «ανημπόρια του νου» προκρίνουν τις βιολογικές παρορμήσεις και τα ένστικτα κόντρα στη λογική. Οπωσδήποτε και παλαιότερα υπήρχαν φιλοσοφικά και πολιτικά ρεύματα που αρνούνταν τον ορθολογισμό σ’ όλες τις εκφράσεις του. Όμως στην εποχή της έκρηξης των γνώσεων φαντάζει αντιφατικό να ζει και να βασιλεύει ο μυστικισμός κι η αισθησιοκρατία. Φαντάζει αντιφατικό δίπλα στους διαπλανητικούς πυραύλους ν’ αναπτύσσεται η αστρολογία και η «ζωδιοκουβέντα»! Κι όμως, στην εποχή του ιμπεριαλισμού είναι ακριβώς η κυρίαρχη ιδεολογία που πλασάρει στο λαό τον αντιορθολογισμό. Όσο βρισκόταν η κυρίαρχη τάξη στη δυναμική της ανάπτυξη, ξεκινώντας απ’ την Αναγέννηση και τις αστικές επαναστάσεις, χρειαζόταν τις επιστήμες, το πλάτεμα του νου, την πνευματική ακμή. Τώρα που πέρασε στον απόλυτο παρασιτισμό και την παρακμή καταφεύγει στον μυστικισμό και από την υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων στο δόγμα «ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος». Ο Φρόυντ δε μας άφησε καμία ολοκληρωμένη εργασία. Ο «Νεύτωνας της ψυχής», όπως ονομάστηκε ο Φρόυντ από τους θαυμαστές του, δικαιολογεί τ’ αγιάτρευτα ελαττώματα και τις απέραντες φρικωδίες του καπιταλιστικού-ιμπεριαλιστικού συστήματος με τον κακοδιαμορφωμένο ψυχισμό του ανθρώπου, καλύπτοντας έτσι το ίδιο το σύστημα. Μ’ αυτόν τον τρόπο ακυρώνει τα υψηλά κίνητρα και τις ευγενικές επιδιώξεις των ανθρώπων που αγωνίζονται για έναν καλύτερο κόσμο. Οι υποστηρικτές του φροϋδισμού μιλούν και γράφουν για την απελευθέρωση του ατόμου από τη μαρξιστική αιτιοκρατία, δηλητηριάζοντας το μυαλό των ανθρώπων με το αστικό, ατομικιστικό φαρμάκι και θολώνουν ακόμα και τις επιστημονικές προσεγγίσεις στον αισθητικό τομέα. Σύμφωνα με τον φροϋδισμό ο καλλιτέχνης πρέπει να ζει στον κόσμο τού «εγώ» του, η τέχνη ταυτίζεται με το «παιχνίδι» ή ότι το νόημα του Οιδίποδα στη γνωστή τραγωδία του Σοφοκλή (Οιδιπόδειο σύμπλεγμα) είναι η πατροκτονία και η αιμομιξία ή ότι το νόημα στον σαιξπηρικό «Άμλετ», ευνουχίζοντας το ουμανιστικό πνεύμα του, είναι η ροπή του πρωταγωνιστή προς τη μάνα του και η προσπάθειά του να βγάλει από τη μέση τον άντρα ανταγωνιστή του. Κατά τον φροϋδισμό δεν υπάρχει κανένας λόγος ν’ αναζητούμε στην τέχνη βαθύτερα νοήματα. Η καλλιτεχνική δημιουργία ερμηνεύεται με τη σεξουαλικότητα (libido), τον αυτοερωτισμό, τις νηπιακές ροπές, τη γονική έλξη και άπωση. Είναι αυτός ο λόγος που ο Φρόυντ δεν βρίσκει τίποτα το σημαντικό πχ στις προσωπογραφίες του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Εύκολα καταλαβαίνουμε ότι το σύνολο των παρατηρήσεων του Φρόυντ αλλά και το «σώμα» του φροϋδισμού βρίσκονται απολύτως στον ιδεολογικό αντίποδα του μαρξισμού. Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι το ένστικτο είναι μια υπαρκτή μορφή βαθύτερης συνείδησης (Κ.Μαρξ) αλλά ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις μία ανώτερη κοινωνική οργάνωση να μετασχηματιστεί, να βελτιώσει και να καλυτερεύσει τον άνθρωπο, τους εργαζόμενους, την κοινωνία.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το