Με το θήτα η γλώσσα σχίζεται στα πάνω δόντια.
Δε λέω θλίψη, να μη γεμίσει το στόμα με αίμα
και λέω θάλασσα. Κι ως να το πω, μαίνεται και φουρτουνιάζει.
Είναι φορές που ορμά στα βράχια να τα ξεκάμει
ή που τρώει τα μούτρα της στις τρικλοποδιές των κάβων,
τσακίζεται σε αφρισμένους πίδακες
και διαλύεται σ’ εκατομμύρια σταγόνες και μόρια αλατιού.
Κι όταν ειρηνεύουν οι μέδουσες, καταλαγιάζει.
Πάει και γλείφει τον ορίζοντα
ή κάνει ανακυλίσματα στην άκρη της άμμου
Και τραβιέται και ξανάρχεται, όλο πείσμα στο αντιμάμαλο.

Κανένας δεν μπορεί να πει, θέλω τη θάλασσα μόνο γαλήνια.
Και να το πεις δεν έχει κανένα νόημα.
Εκείνη θα κάνει αυτό που ξέρει στους αιώνες.
Τώρα, σηκώνει μόνο καθαρά κύματα.
Δεν αναδεύει τη λάσπη των βυθών
Μπορεί καμιά φορά να κλωτσάνε το καρυδότσουφλο στον αέρα
κι αυτό να κλυδωνίζεται και να τουμπάρει
κι άλλες πάλι να το ποντίζουν βαθιά, στα έγκατα των αλμυρών νερών.
Κι όμως ξανά προσθαλασσώνεται.
Αν το σπρώξει η μετάθλιψη στο ναδίρ των κυμάτων,
σπρώχνει κι αυτό με τα πόδια τον πάτο της θάλασσας.
Πατώντας αχινούς, σπασμένα όστρακα κι απομεινάρια ναυαγίων,
αναδύεται στην επιφάνεια, καταπίνοντας νερό κι αλάτι.
Είναι η γεύση της μετάθλιψης.
Το δικό της άχραντο μυστήριο. Ούτε κρασί, ούτε ψωμί.
Μόνο νερό κι αλάτι κι ένας πόνος των σωθικών.
Να κοινωνείς τα μέσα σου άχραντα και αλμυρά μυστήρια
και ν’ απορείς πώς καταπίνονται τα κύματα
και ξαναβγαίνουν απ’ τις ρωγμές των ματιών.
Τελικά τα μάτια είναι οι κερκόπορτες.
Από κεί χώνονται τ’ ανείπωτα κι από κει ξεμπουκάρουν τα κύματα.
Κατεβαίνουν απ’ τα μάτια και τα πίνεις,
μη τυχόν και ξεμείνεις από θάλασσα.
Έπειτα, όταν καταλαγιάσει λίγο η φουρτούνα,
μαζεύεις τα παρατημένα θαλασσόξυλα,
να τα κάνεις χέρια και πόδια
και ξεπλένεις το πρόσωπο με γλυκό νερό.
Έτσι κι αλλιώς η μνήμη δεν ξεπλένεται.

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το